|  |  | 

Γλώσσα Τοπική Ιστορία

ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 2ο

Στις αρχές του 1924 οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν εγκαταλείψει τη Φλώρινα, μα η διανομή των τουρκικών σπιτιών στους πρόσφυγες δεν είχε γίνει ακόμα και πολλές πόρτες έμειναν κλεισμένες.

Τα Κοκόζια έσπασαν την κλειδωμένη πόρτα, μπήκαν, κι έγιναν νοικοκυραίοι. Στο ισόγειο εγκατέστησαν τα «γραφεία»: ένα τεφτεράκι όπου ο γραμματέας του Συλλόγου έγραφε, με πράσινο μολύβι, τα ονόματα των μελών, και την «αποθήκη» όπου φύλαγαν τον κοινό θησαυρό τους: μια αρμάθα κρεμμύδια, έναν τενεκέ λαχαναρμιά, μια κολοκύθα, μια σακκούλα μπομποτάλευρο, ένα τσεκούρι.

Το επάνω πάτωμα ήταν το δάσος του Συλλόγου. Αυτό τους προμήθευε τα απαιτούμενα ξύλα για τη θέρμανση. Ράφια, ντουλάπια, πόρτες και παράθυρα κομματιάζονταν και ρίχνονταν στο αχόρταγο τζάκι του ισογείου.

— Ρίχτε ξύλα στη φωτιά! φώναζε ο Κουκουβάγιας όταν όλοι τους μαζεύονταν το βράδι γύρω απ’ το τζάκι για να σχολιάσουν τα γεγονότα της ημέρας. Μην το λυπάστε το παλιόσπιτο! Τούρκικο είναι! Στη φωτιά!

Εκείνο το βράδι, ο Κουκουβάγιας έκαιγε όλη την Τουρκιά, αν την είχε στα χέρια του. Έτσι, για να ξεχάσει το φόβο του. Μόνος μέσα στο παλιό εκείνο σπίτι. Ποιος μπορούσε να του εγγυηθεί ότι δεν ήταν στοιχειωμένο; Είχε δίκιο ο Σωκράτης που επέμενε να φωνάξουν τον παπά να το αγιάσει. Μα επιτρέπεται σ’ έναν αρχηγό να παραδεχτεί μια ιδέα που δεν τη βρήκε ο ίδιος;

Πρώτος άνοιξε την πόρτα και μπήκε διστακτικά ο Αντρέας. Ήταν ένα παιδί, ίσαμε δώδεκα χρονών, κοντό και παχουλό. Τα στρογγυλά, μα χλωμά μάγουλά του, τα άστατα καστανά μάτια του και το άσβηστο χαμόγελο του, έδιναν στο πρόσωπο του μια έκφραση αθωότητας που πολλοί την έπαιρναν για έλλειψη εξυπνάδας.

— Θράσο, είπε με καλόκαρδο ενθουσιασμό, σου ‘φερα κι άλλη σούπα. Κι έδειξε ένα χωματένιο τέντζερη. Του είχε περάσει ένα χοντρό σπάγγο στα δύο χερούλια και τον κρατούσε σαν καλαθάκι.

— Τι σούπα είναι, Αντρέα; Κοτόσουπα;

— Μπα! Ρύζι με κακάο. Απ’ το προσφυγικό συσσίτιο. Η γιαγιά μου την έχει βαρεθεί και δεν έφαγε το μεσημέρι. Εγώ δεν πεινούσα. Σου ‘φερα λοιπόν δύο μερίδες.

— Καλά έκανες. Έχω μια πείνα.

— Τη βάζω να ζεσταθεί, είπε ο Αντρέας, μα μην την αφήσεις να σου τη φάνε οι άλλοι.

— Εσύ σκούπισες χθες το απόγευμα; ρώτησε ο αρχηγός βλέποντας τον Αντρέα ν’ ανάβει τη λάμπα του πετρελαίου.

— Γιατί ρωτάς, Θράσο;

— Γιατί βλέπω ότι εσύ κάνεις όλες τις δουλειές κι οι άλλοι το ρίχνουν στην τεμπελιά.

— Χτες εγώ δεν σκούπισα. Έφερα τη σούπα, την άφησα μπροστά στο τζάκι κι έφυγα.

— Μου έφερες σούπα χτες;

— Ναι Θράσο, σου τ’ ορκίζουμαι.

— Μα εγώ δεν πέρασα απ’ εδώ χτες.

— Τότε ποιος την έφαγε; Σήμερα το πρωί που ήρθα να πάρω τον τέντζερη τον βρήκα άδειο και πλυμένο. Μου φαίνεται πως αυτές είναι δουλειές του Σωκράτη.

— Άσε να ‘ρθει και θα δεις! είπε ο αρχηγός απειλητικά.

Εκείνη τη στιγμή μπήκανε τα τρία μελανούρια, ο Βασίλης ο «αούτατζης», ο Βαγγέλης ο «τσιτσιφάτσης» κι ο Λάζος ο «κιορπάρης», που λες κι είχανε βγει απ’ την ίδια κοιλιά.

— Καλώς την Αγία Τριάδα! είπε ο Κουκουβάγιας απαντώντας στον κοινό χαιρετισμό τους και πρόσθεσε με ύφος αυστηρό: Ποιος από σας σκούπισε χθες και ποιος έφαγε τη σούπα;

— Όταν έρθαμεν εμείς τα τρία, είπε τολμηρά ο Βασίλης, εδώ έτον ο Σωκράτης.

— Γεια σου Κοκόζια! φώναξε ο Μιχάλης ο «μπιλμέμης» μπαίνοντας με το κασελάκι του λούστρου στον ώμο. Ντύο φράγκα για το Σύλλογκος ντίνω!

Κανένας δεν απάντησε στον καημένο τον Μιχαλάκη. Κύτταξε γύρω του απογοητευμένος, σκούπισε τη μύτη του με το δεξιό μανίκι του, έβαλε το σκαμνάκι του στα πόδια του αρχηγού, κάθισε κι άρχισε να του βάφει τα παπούτσια.

Όταν μπήκε ο Σωκράτης, ο γραμματέας του Συλλόγου, με το χλωμό μαϊμουδίστικο πρόσωπο του, με το σκελετωμένο κορμί τυλιγμένο μέσα σ’ έναν μεταποιημένο στρατιωτικό μανδύα και με τα ισχνά πόδια του βυθισμένα μέσα σ’ ένα ζευγάρι γαϊδουροτσάρουχα, όλοι έρριξαν μια γρήγορη ματιά στον αρχηγό κι έσκυψαν το κεφάλι.

— Χαίρετε κύριοι! είπε ο Σωκράτης με στόμφο κι έκανε ένα βήμα αριστερά για ν’ αφήσει να περάσουν οι δορυφόροι του: ο Στέφος με την αλάνθαστη σφεντόνα του, ο Ανέστης, αγέλαστος και με τις τσέπες του γεμάτες κάστανα, πάντα έτοιμος για πόλεμο κι ο Λέλεκας ξακουστός γιατί με μια έντεχνη τρικλοποδιά μπορούσε να ρίξει κάτω ένα γαϊδούρι.

— Παιδιά, είπε ο αρχηγός όταν όλοι καθήσανε γύρω του, προτού ν’ αρχίσουμε τη συζήτηση να μου πήτε ποιος σκούπισε χθες το απόγευμα και ποιος έφαε τη σούπα. Σωκράτη…

— Εγώ ούτε σκούπα είδα ούτε σούπα! διαμαρτυρήθηκε ο Σωκράτης.

— Όποιος έφαγε τη σούπα να το πει! φώναξε ο Στέφος με τη χοντρή φωνή του και σηκώθηκε στα γόνατα. Δε θα του κάνουμε τίποτε. Μονάχα να πει την αλήθεια.

Είχε καθίσει πλάι στον αρχηγό και καθώς ακουμπούσε λίγο στην προεδρική κολοκύθα, ένιωθε πως στην κοκόζικη ιεραρχία ήταν κι εκείνος ένας απ’ τους μεγάλους.

— Κάτσε κάτω, Στέφο! ούρλιαξε ο Κουκουβάγιας. Δε θα του κάνουμε τίποτε; Ας τον βρούμε πρώτα και θα … δει αυτός!

Μέσα στη γενική σιωπή που ακολούθησε σηκώθηκε ο Λέλεκας, δοκίμασε ένα νέο κόλπο τρικλοποδιάς σ’ ένα φανταστικό αντίπαλο, κι είπε τραυλίζοντας:

 — Πε… πε… πέστε την αλήθεια παιδιά! Πε… πε… πέστε ποιος έφαγε τη σούπα να… να… να… ησυχάσουμε! Να μη θυ… θυ… θυμώσει ο αρχηγός και… και… και…

 — Αρκηγκός καλό είναι! τόλμησε να πη κι ο Μιχάλης. Φωτιά άναψε, ισπασμένο τζάμι χαρτί κόλλησε να μη κρυώνουμε.

— Βρε αλήθεια! φώναξε ο αρχηγός κατάπληκτος. Ποιος κόλλησε το χαρτί στο σπασμένο τζάμι; Ποιος; Κανένας;

Τα Κοκόζια αλληλοκυττάχτηκαν μα δε βρέθηκε κανένας να ομολογήσει ότι έκανε την καλή εκείνη πράξη.

— Ύποπτα πράματα, αρχηγέ! επενέβη ο Σωκράτης. Να ορίσουμε μια επιτροπή να κάνει ανακρίσεις.

— Τι να κάνει, Σωκράτη; ρώτησε ο Αντρέας έτσι για να ξαλαφρώσει τη συνείδησή του γιατί είχε κατηγορήσει άδικα το γραμματέα του Συλλόγου.

—  Μήπως μπήκε στο σπίτι κανένας … ρώτησε ο Βαγγέλης δειλά σαν να μιλούσε μόνος του.

Ο Κουκουβάγιας, αμίλητος, σηκώθηκε. Πήγε ως την πόρτα του δωματίου, την άνοιξε απότομα, έρριξε μια γρήγορη ματιά στο σκοτεινό χαγιάτι, την ξανάκλεισε και γύρισε στη θέση του.

— Ακούστε με παιδιά! είπε με τρεμουλιαστή φωνή, το σπίτι είναι στοιχειωμένο!

— Στοιχειωμένο; Στοιχειωμένο; ρώτησαν τα παιδιά τρομαγμένα.

— Ναι. Είμαι βέβαιος. Το στοιχειό έφαε τη σούπα, σκούπισε το δωμάτιο κι ύστερα κόλλησε το χαρτί στο σπασμένο τζάμι να μην κρυώνει.

— Μη λες κουταμάρες! είπε ο Στέφος που νόμισε πως ήρθε η ώρα να βάλει κάτω τον αρχηγό και να πάρει τη θέση του. Το είδες εσύ το στοιχειό;

— Δεν το είδα, μα το άκουσα που περπατούσε στο απάνω πάτωμα

— Και ντεν έφυες; ρώτησε ο Μιχάλης, σφίγγοντας στην αγκαλιά του το κασελάκι του λούστρου που ήταν η μόνη περιουσία του.

— Ύστερα, συνέχισε ο Κουκουβάγιας, την ώρα που έσκιζα με το τσεκούρι ένα σανί­δι για ν’ ανάψω τη φωτιά, το άκουσα να λέει: «βάι… βάι… βάι…».

— Κοκόζια! φώναξε ο Στέφος ανεβαίνοντας πάνω στο κασελάκι του Μιχάλη, μην τον ακούτε! Τα Κοκόζια δεν μπορούν να έχουν έναν αρχηγό φοβητσιάρη!

— Εσύ δε φοβάσαι Στέφο; ρώτησε ήσυχα ο Κουκουβάγιας.

— Εγώ; Όχι! Τα στοιχειά δεν υπάρχουν από τότε που ήρθε ο Χριστός!

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν δύο, τρία, τέσσερα τριξίματα στο επάνω πάτωμα. Κάποιος περπατούσε εκεί πάνω.

Σσστ! έκανε ο αρχηγός. Ακούτε;

 

(Συνεχίζεται στο 3ο μέρος)

________________________________________

Απόσπασμα από το διήγημα Τα Κοκόζια του Κώστα Δαγκίτση, Εταιρία, τ. 20-21, σ. 98-101. Το διήγημα, όπως και πολλά άλλα διηγήματα του Δαγκίτση με θέμα τη Φλώρινα, πρωτοδημοσιεύτηκαν από το 1958 μέχρι το 1962 σε τεύχη του περιοδικού Αριστοτέλης της Φλώρινας.

Κώστας Δαγκίτσης
Γεννήθηκε στο Δεμιρδέσι της Μικράς Ασίας το 1912 και ήρθε ως πρόσφυγας στη Φλώρινα με την Ανταλλαγή των πληθυσμών, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1931. Το 1939 φεύγει για το Παρίσι, όπου ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Université de Paris το 1943, εκπονώντας διδακτορική διατριβή με θέμα τη διάλεκτο της ιδιαίτερης πατρίδας του. Διέμενε μόνιμα στο Παρίσι, όπου δίδασκε ως καθηγητής Γλωσσολογίας. Πέθανε το 1984.
Το επιστημονικό του έργο αφορά την έκδοση λεξικών της νεοελληνικής γλώσσας, τα οποία αναγνωρίζονται από την γλωσσολογική επιστημονική κοινότητα. Δημοσίευσε διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της Φλώρινας.

 

 


Δραστηριότητες


 

5. Πιέστε στους παρακάτω συνδέσμους για να μεταβείτε και να μελετήστε τους χάρτες, με σκοπό να εντοπίσετε τους τόπους: α) προέλευσης των προσφύγων (περιοχές) και β) εγκατάστασής τους στην Π.Ε. Φλώρινας.

Οικισμοί προέλευσης προσφύγων

Εγκατάσταση προσφύγων (απογραφή 1928)

 


 

ABOUT THE AUTHOR

Σχετικές αναρτήσεις: Αναρτήσεις

  • Η στήλη του Αντίπατρου

    Η στήλη του Αντίπατρου

    Παρατηρώ την επιτύμβια στήλη, εντοπίζω και πιέζω στα ενεργά σημεία της για να μελετήσω τα σχετικά κείμενα και συνεχίζω με τη δραστηριότητα. Δραστηριότητα: Γράφω το κείμενό μου, εξάγω ή αντιγράφω

  • ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 1ο

    ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 1ο

    Ο Κουκουβάγιας, αρχηγός του κλιμακίου Κοκοζιών Φλωρίνης, είχε καλέσει τους οπαδούς του σε γενική συνέλευση το τελευταίο Σάββατο του Μαρτίου 1924. Στις έξι το απόγευμα. Στις έξι παρά πέντε, εκνευρισμένος

  • ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 3ο

    ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 3ο

    Τα παιδιά, χλωμά απ’ το φόβο, έμειναν ακίνητα και βουβά. Μα ο Λέλεκας έσπρωξε απότομα τον Αντρέα που είχε κουλουριαστεί απάνω του και σηκώθηκε με αργές και υπολογισμένες κινήσεις. Όλοι

  • ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 4ο και τελευταίο

    ΤΑ ΚΟΚΟΖΙΑ – Μέρος 4ο και τελευταίο

    Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν κάτι βουερά τρεχάματα στο επάνω πάτωμα κι όλοι σήκωσαν το κεφάλι ανήσυχοι. Η Αγία Τριάδα κατέβηκε σχεδόν κατρακυλώντας τη σκάλα και μπήκε λαχανιασμένη στην αίθουσα των